Ο David Belle (Νταβίντ Μπελ) γεννήθηκε στις 29 Απριλίου του 1973 στο Fécamp, στο Seine-Maritime departement της Νορμανδίας. Είναι μέλος μιας οικογένειας με παράδοση στις σωματικές τέχνες: ο παππούς του, Gilbert Kitten, και ο πατέρας του, Raymond Belle, ήταν και οι δύο εξαιρετικοι Διασώστες των Στρατιωτικών Πυροσβεστών του Γαλλικού Στρατού. Ήταν, λοιπόν, λογικό ο David Belle να ακουλουθήσει τα βήματά τους και να γίνει λάτρης του Στίβου, της Γυμναστικής Εδάφους, της Ορειβασίας, και των Πολεμικών Τεχνών.
Σε ηλικία 15 ετών, εγκατέλειψε το σχολείο για να αφιερωθεί στο πάθος του για την άθληση, αλλά όχι για οποιοδήποτε είδος άθλησης. Για το David Belle, η άθληση έπρεπε να έχει και άμεση χρησιμότητα, γιατί ο πατέρας του τον εδίδαξε ότι η Δύναμη και η Ευελιξία πρέπει να είναι χρήσιμες και στη ζωή του. Έτσι, ο νεαρός David Belle επιδόθηκε στο να οραματίζεται φανταστικές καταστάσεις, όπου ο ίδιος έπρεπε να χρησιμοποιήσει τις σωματικές του ικανότητες για να ξεφύγει. Τα σενάρια αυτά αφορούσαν: "εγκατάλειψη φλεγόμενου κτιρίου", "φυγή από το δάσος με τραυματισμένο πόδι ή χέρι", "πρόσβαση σε απομονωμένα μέρη, όπου κάποιο θύμα βρίσκεται παγιδευμένο", "αποφυγή σε κυνήγι από εχθρούς", και άλλα. Σε όλα αυτά του φάνηκε εξαιρετικά χρήσιμη η Méthode Naturelle του Georges Hébert. (Η Méthode Naturelle αφορά την εκγύμναση του σώματος χρησιμοποιώντας μόνο το ίδιο το σώμα και τη φύση, και έχει ως απώτερο σκοπό τον αλτρουϊσμό, τη χρησιμότητα, και την πληρότητα.)
Η τέχνη αυτή, όμως, εκτεινόταν επίσης και στον πνευματικό κόσμο. Η ξεπέραση του φόβου του κινδύνου, η αυτοσυγκέντρωση, η πειθαρχία, η ελευθερία, ήταν μόνο μερικές από τις αρχές που πρέσβευε η νέα αυτή τέχνη. Συνεπώς, στόχος της δεν ήταν μόνο η υπερπήδηση των φυσικών εμποδίων, αλλά και των πνευματικών.
Τα πρώτα 14 χρόνια της ζωής του έζησε στο Fécamp και στις Sables d'Olonne, και στην ηλικία των 15 ετών, ο David Belle μετακόμισε στη Lisses, ένα προάστιο του Paris, κοντά στο Evry. Εκεί γνώρισε και άλλα άτομα που θέλησαν να τον ακολουθήσουν στο κίνημά του, όπως τους Frederic Hnautra, Yann Hnautra, David Malgogne, Stéphane Vigroux, Johann Vigroux, Sébastien Foucan, ανάμεσα σε άλλους.
Όταν ενηλικιώθκε, ο περιπετειώδης David Belle, που έψαχνε παντού για νέες προκλήσεις, έγινε πυροσβέστης και, ύστερα από έναν τραυματισμό του, αποφάσισε να γίνει πεζοναύτης. Ως πεζοναύτης στη Vannes, προήχθη γρήγορα, έγινε πρωταθλητής και κάτοχος ρεκόρ στο "σκαρφάλωμα σχοινιού", κέρδισε το Δίπλωμα Τιμής για τις γυμναστικές του ικανότητες, και ήταν πρώτος στο πρωτάθλημα Στρατιωτικού Στίβου μετ'εμποδίων στο Essonne.
Ωστόσο, το περιορισμένο περιβάλλον του Στρατού δεν του άρεσε, και οι διάφορες δουλειές που έκανε αφού εγκατέλειψε τους πεζοναύτες: ραφάς, σεκιοριτάς, πωλητής επίπλων, προφανώς δεν το γέμιζαν. Έτσι, αποφάσισε να πάει στην Ινδία, όπου απέκτησε μαύρη ζώνη στο Gong Fu.
Παρ'όλα αυτά, τίποτε δεν το συγκίνησε περισσότερο από την αρχική του ιδέα περί ελεύθερης κίνησης και υπερπηδησης εμποδίων. Έτσι, επέστρεψε πάλι στην τέχνη του, η οποία αργότερα ονομάστηκε Parkour, από το Herbert Kuonde, φίλο του David Belle.
Το όνομα προέρχεται από το Parcours du Combattant του Georges Hébert. O Herbert Kuonde πήρε τη λέξη "parcours", αντικατέστησε το γράμμα "c" με "k" για να δείξει ότι πρόκειται για hardcore δραστηριότητα, και αφαίρεσε το άηχο "s" από το τέλος, γιατί αντέκρουε τη φιλοσοφία του Parkour περί κατανάλωσης ελάχιστης δυνατής ενέργειας. (Πανέξυπνη ιδέα, κατά τη γνώμη μου!)
Η πρώτη επίσημη μαγνητοσκόπηση του Parkour έγινε από το γαλλικό αθλητικό κανάλι
Stade 2, το
ρεπορτάζ του οποίου περιείχε και το περίφημο "Manpower Gap" στο Evry. Πάντως, η δημοσιότητα του Parkour εκτοξεύθηκε το 2001, μετά τη κυκλοφορία του διαφημιστικού spot "
Rush Hour" του BBC-1, στο οποίο πρωταγωνιστούσε ο David Belle, και την κυκλοφορία της ταινίας "
Yamakasi: Les Samourais des Temps Modernes".
Αρκετοί ανόητοι προσπάθησαν να μιμηθούν τα "ακροβατικά" που είδαν (ανάμεσά τους και εγώ), με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο έφηβοι Γάλλοι (και να τραυματιστούν αρκετοί άλλοι). Τέτοια γεγονότα συμβαίνουν ακόμα και σήμερα (πρόσφατα σκοτώθηκαν άλλα δύο παιδιά, λόγω ανοησίας και παραπληροφόρησης), και πολλά παιδιά καταστρέφουν το σώμα τους σε καθημερινή βάση.
<Still Under Construction>